σόδα
η, ουσ.
- (χημ.) καθεμία από τις διάφορες ενώσεις του νατρίου, π.χ. το ανθρακικό νάτριο ή το υδροξείδιο του νατρίου
- (ποτ.) είδος ανθρακούχου ποτού με χωνευτικές ιδιότητες
- κατάλληλο υλικό για καθαρισμό επιφανειών.
Ετυμολογία
< ιταλ. soda < ίσως αραβ. suwwādah.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σόδα», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σοδα/