navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σόδα

σόδα

η, ουσ.

  1. (χημ.) καθεμία από τις διάφορες ενώσεις του νατρίου, π.χ. το ανθρακικό νάτριο ή το υδροξείδιο του νατρίου
  2. (ποτ.) είδος ανθρακούχου ποτού με χωνευτικές ιδιότητες
  3. κατάλληλο υλικό για καθαρισμό επιφανειών.

Ετυμολογία

< ιταλ. soda < ίσως αραβ. suwwādah.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σόδα», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σοδα/