λαντσάδο
το, ουσ.
(ναυπ.) μικρό οξύπρωρο και στενό κατασκευαστικά πλοιάριο.
Ετυμολογία
< ιταλ. lancia και lanza [= λόγχη, δόρυ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαντσάδο», σ. 475. https://navalhistory.gr/lexiko/λαντσαδο/