ματσόλα
η, ουσ.

(εργαλ.) ξύλινο δικέφαλο σφυρί, συνών. ξυλόσφυρα, τοκμάκι, καλόσφυρα, τυπάς, σφύρα, (φρ.) «ματσόλα ξύλινη / λαστιχένια / πλαστική / διπλής όψεως / ορειχάλκινη / βαριοπούλα / με άμμο / αντιεκρηκτική».
Ετυμολογία
< ιταλ. matcola και mazz(u)ola < λατιν. mateola [= μπαστούνι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ματσόλα», σ. 507. https://navalhistory.gr/lexiko/ματσολα/