navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στοκοφίσι

στοκοφίσι

το, ουσ.

(τρόφ.) παστό ή αποξηραμένο ψάρι, συνήθως της οικογένειας του μπακαλιάρου ή επειδή μοιάζει με μπακαλιάρο.

Ετυμολογία

< ιταλ. stoccafissa, < ολλανδ. stokvis [= βακαλάος], ή

ή < μσν. ολλανδ. stocvisch < stoc [= κορμός] + visch [= ψάρι], ίσως γιατί το ψάρι αποξηραινόταν σε ξύλινη σχάρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στοκοφίσι», σ. 788. https://navalhistory.gr/lexiko/στοκοφισι/