πορτοφόλι
το, ουσ.
- δερμάτινο ή υφασμάτινο αντικείμενο κατάλληλο για να τοποθετεί κανείς τα χρήματά του, χρηματοφυλάκιο τσέπης
- (συνεκδ.) το πόσο πλούσιος είναι κανείς.
Ετυμολογία
< ιταλ. portafogli(o) < portare [= φέρω] + foglio [= φύλλο] < λατιν. portare [= φέρω] + follium [= φύλλο χαρτιού, χαρτονόμισμα].
Παράγωγα
πορτοφολάς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορτοφόλι», σ. 690. https://navalhistory.gr/lexiko/πορτοφολι/