navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πορτοφόλι

πορτοφόλι

το, ουσ.

  1. δερμάτινο ή υφασμάτινο αντικείμενο κατάλληλο για να τοποθετεί κανείς τα χρήματά του, χρηματοφυλάκιο τσέπης
  2. (συνεκδ.) το πόσο πλούσιος είναι κανείς.

Ετυμολογία

< ιταλ. portafogli(o) < portare [= φέρω] + foglio [= φύλλο] < λατιν. portare [= φέρω] + follium [= φύλλο χαρτιού, χαρτονόμισμα].

Παράγωγα

πορτοφολάς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορτοφόλι», σ. 690. https://navalhistory.gr/lexiko/πορτοφολι/