γράσο
Και: γκράσο
το, και γράσος, ο, ουσ.
(χημ.) παχύρευστη λιπαρή ουσία κατάλληλη για λίπανση μηχανικών εξαρτημάτων.
Ετυμολογία
< ιταλ. grasso [= λιπαρός] < λατιν. grossus και crassus [= παχύς].
Παράγωγα
γρασάρω και γρασέρνω [= λιπαίνω], γρασάρισμα, γ(κ)ρασαδόρος [= εργαλείο λίπανσης μηχανών, λιπαντήρας], γρασώνω, γρασέρνω.
Σύνθετα
γρασοβαλβολίνη [= είδος λιπαντικού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γράσο και γκράσο», σ. 192. https://navalhistory.gr/lexiko/γρασο-και-γκρασο/