τριτσαρόλι
το, ουσ. [πληθ. τριτσαρόλια]
(ναυπ.) κοινή ονομασία για το σειράδιο [= μικρό σχοινί] με το οποίο δένονται οι σειρές των ιστίων, γνωστό και ως τσιτσαρόλι ή τσαμαντάλι.
Ετυμολογία
< ιταλ. terzaroli.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριτσαρόλι», σ. 846. https://navalhistory.gr/lexiko/τριτσαρολι/