ποστάλι
το, ουσ.
[παρωχημένο] α) επιβατικό ατμόπλοιο που εκτελεί δρομολόγια σε συγκεκριμένη γραμμή, β) ταχυδρομικό πλοίο, (φρ.) «πλοίο της γραμμής».
Ετυμολογία
< ιταλ. postal(e) [-ι] < posta < λατιν. ponere [= τοποθετώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποστάλι», σ. 692. https://navalhistory.gr/lexiko/ποσταλι/