αμπαντονάρω
ρ. [μετβ.]
εγκαταλείπω.
Ετυμολογία
< ιταλ. abbandonare.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμπαντονάρω», σ. 73. https://navalhistory.gr/lexiko/αμπαντοναρω/
Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμπαντονάρω
ρ. [μετβ.]
εγκαταλείπω.
< ιταλ. abbandonare.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμπαντονάρω», σ. 73. https://navalhistory.gr/lexiko/αμπαντοναρω/