ταπέτο
το, ουσ.
- χαλάκι
- (συνεκδ.) το χαλί.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. tappeto < λατιν. tappetum < tapes < αρχ. τάπης [= υπόστρωμα, χαλί], γεν. τάπητος < ίσως δάνειο ανατολικής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταπέτο», σ. 820. https://navalhistory.gr/lexiko/ταπετο/