navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › ταπέτο

ταπέτο

το, ουσ.

  1. χαλάκι
  2. (συνεκδ.) το χαλί.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. tappeto < λατιν. tappetum < tapes < αρχ. τάπης [= υπόστρωμα, χαλί], γεν. τάπητος < ίσως δάνειο ανατολικής προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταπέτο», σ. 820. https://navalhistory.gr/lexiko/ταπετο/