ντογάνα
η, ουσ.
(γεωγρ.) η προκυμαία, το τελωνείο, η ευρύτερη περιοχή του λιμανιού.
Ετυμολογία
< ιταλ. dogana.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντογάνα», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντογανα/