μακινέτο
το, ουσ.
βοηθητικό μηχάνημα.
Ετυμολογία
< ιταλ. macchinetta.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μακινέτο», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μακινετο/
Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μακινέτο
το, ουσ.
βοηθητικό μηχάνημα.
< ιταλ. macchinetta.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μακινέτο», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μακινετο/