navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαρινάτος

μαρινάτος

-η, -ο, επίθ.

(μαγειρ.) κρέας ή ψάρι σε ειδική σάλτσα, αυτός που είναι μαγειρεμένος με μαρινάρισμα.

Ετυμολογία

< ιταλ. marinato < marinare [= παστώνω, ταριχεύω] < λατιν. marinus [= θαλάσσιος] < mare [= θάλασσα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαρινάτος», σ. 503. https://navalhistory.gr/lexiko/μαρινατοσ/