νιτσεράδα
Και: ιντσεράδα
η, ουσ.
- (ενδυμ.) αδιάβροχο πανωφόρι, κυρίως, ναυτικών κίτρινου χρώματος
- οποιοδήποτε είδος που χρησιμοποιείται ως αδιάβροχο επικάλυμμα, μουσαμάς.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. incerata [tela] (= κηρωμένο ύφασμα) < ρ. incerare [= κηρώνω] < λατιν. in [= εντός, μέσα] + cera < αρχ. κηρός [= το κερί των μελισσών].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νιτσεράδα και ιντσεράδα», σ. 578. https://navalhistory.gr/lexiko/νιτσεραδα-και-ιντσεραδα/