πένσα
η, ουσ.

(εργαλ.) είδος μεταλλικής λαβίδας, συνών. τσιμπίδα.
Ετυμολογία
< ιταλ. pinza, ή
ή < γαλλ. pince < αρχ. γαλλ. pincier [= σφίγγω, τσιμπώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πένσα», σ. 649. https://navalhistory.gr/lexiko/πενσα/