ροντάρω
ρ. [μετβ.]
βάζω σε λειτουργία καινούργιο αυτοκίνητο ή καινούργια μηχανή ακολουθώντας κάποιους περιορισμούς, ώστε όλα τα τμήματά τους να εναρμονιστούν όσο γίνεται καλύτερα.
Ετυμολογία
< ιταλ. rodare, ή
ή < γαλλ. roder < λατ. rodere [= τρώγω].
Παράγωγα
ροντάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροντάρω», σ. 734. https://navalhistory.gr/lexiko/ρονταρω/