φρέζα
η, ουσ.

- σκαπτικό γεωργικό μηχάνημα
- είδος τόρνου για σκάλισμα ξύλων ή μετάλλων, συνών. εκγλύφανο.
Ετυμολογία
< ιταλ. fresa ή ισπαν. freza < γαλλ. fraise < p. fraiser [= τρυπώ, πτυχώνω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρέζα», σ. 898. https://navalhistory.gr/lexiko/φρεζα/