navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φρέζα

φρέζα

η, ουσ.

φρέζα, εικόνα από το έντυπο
  1. σκαπτικό γεωργικό μηχάνημα
  2. είδος τόρνου για σκάλισμα ξύλων ή μετάλλων, συνών. εκγλύφανο.

Ετυμολογία

< ιταλ. fresa ή ισπαν. freza < γαλλ. fraise < p. fraiser [= τρυπώ, πτυχώνω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρέζα», σ. 898. https://navalhistory.gr/lexiko/φρεζα/