πασα(μ)πάγκος
ο, ουσ.
υποπόδιο κωπηλάτη, μακρόστενη ξύλινη σανίδα τοποθετημένη στη βάση της βάρκας για τη στήριξη των ποδιών των κωπηλατών, συνών. παράσελμα [δες λ.].
Ετυμολογία
< ιταλ. passabanco < λατιν. passus [= βήμα] + μπάγκος [δες λ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πασα(μ)πάγκος», σ. 643. https://navalhistory.gr/lexiko/πασαμπαγκοσ/