πασέτο
το, ουσ.

(εργαλ.) [λαϊκότροπο] ξύλινο, πτυσσόμενο ή σπαστό, μέτρο, του ενός ή των δύο μέτρων, χρήσιμο συνήθως σε ξυλουργούς, οικοδόμους και άλλους επαγγελματίες.
Ετυμολογία
< ιταλ. passeto [= μικρό βήμα] < passo [= βήμα, βάδισμα, βηματισμός] < λατιν. pes [= πόδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πασέτο», σ. 643. https://navalhistory.gr/lexiko/πασετο/