αρμαδούρα
Και: αρματούρα
η, ουσ.
- είδος φωτιστικού
- (ναυτ) α) η σκαλμοδόκη, ξύλινη κατασκευή με τρύπες στις οποίες τοποθετούνται οι σκαλμοί για να δένονται επάνω τους τα κουπιά, ή β) ξύλινο πλαίσιο κατά μήκος του παραπέτου που ενσωματώνει καβίλιες για το δέσιμο των σχοινιών.
Ετυμολογία
< αρμαδούρα < αρματούρα < ιταλ. armatura και βενετ. armadura < λατιν. armatura.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμαδούρα και αρματούρα», σ. 117. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμαδουρα-και-αρματουρα/