φαλτσογωνιά
η, ουσ.

(εργαλ.) εργαλείο για σχεδιασμό και σημάδεμα επιφάνειας για γωνία/-ες διαφόρων μοιρών και κοπή λοξά σε ξύλινη κατασκευή ή σε στραντζαριστά [μεταλλικές ράβδοι], συνών. στέλα.
Ετυμολογία
< ιταλ. φάλτσο [ < falso = ψευδής, λάθος, σφάλμα] + γωνιά.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαλτσογωνιά», σ. 884. https://navalhistory.gr/lexiko/φαλτσογωνια/