μπούμα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- (ναυπ.) το τραπεζοειδές πανί των ιστιοφόρων που είναι τελευταίο προς τη μεριά της πρύμνης, συνών. ράντα, επίδρομος
- (εργαλ.) ηλεκτροκίνητο είδος περιστροφικού γερανού με βελόνι.
Ετυμολογία
< ιταλ. boma [= αντένα του καταρτιού της πρύμνης].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπούμα», σ. 552. https://navalhistory.gr/lexiko/μπουμα/