πατσαβούρα
η, [χωρίς γεν. πληθ.] και πατσαβούρι, το, ουσ.
- α) κομμάτι υφάσματος, συνήθως παλιό και άχρηστο, που είναι όμως κατάλληλο για το καθάρισμα σκευών ή επίπλων, β) ύφασμα κατάλληλο για το σφουγγάρισμα του πατώματος, σφουγγαρίστρα
- (συνεκδ.) κάθε βρόμικο πανί, το κουρέλι
- (μτφ.) γυναίκα: α) πρόστυχη, συνών. παλιογυναίκα, του σκοινιού και του παλουκιού, εξώλης και προώλης, ή β) πολύ άσχημη
- (μτφ.) έντυπο, συνήθως εφημερίδα, με προσβλητικά ως προς το περιεχόμενό του κείμενα, αλλιώς: εφημερίδα κίτρινου τύπου, παλιοφυλλάδα
- (μαγειρ.) είδος πίτας, αλλιώς πατσαβουρόπιτα.
Ετυμολογία
< ιταλ. spazzatura [= σάρωμα σκουπιδιών] < βενετ. spazzaura < spazzare [= σκουπίζω, καθαρίζω] < παλαιότ. spazzo < λατιν. spatium [= χώρος, διάστημα], ή
ή < τουρκ. paçavra [= ράκος, κουρέλι, βρωμόπανο, αποφόρι].
Παράγωγα
πατσαβουριάζω, πατσαβουριάζομαι.
Σύνθετα
παλιοπατσαβούρα, πατσαβουρόπιτα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πατσαβούρα», σσ. 644-645. https://navalhistory.gr/lexiko/πατσαβουρα/