navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πατσαβούρα

πατσαβούρα

η, [χωρίς γεν. πληθ.] και πατσαβούρι, το, ουσ.

  1. α) κομμάτι υφάσματος, συνήθως παλιό και άχρηστο, που είναι όμως κατάλληλο για το καθάρισμα σκευών ή επίπλων, β) ύφασμα κατάλληλο για το σφουγγάρισμα του πατώματος, σφουγγαρίστρα
  2. (συνεκδ.) κάθε βρόμικο πανί, το κουρέλι
  3. (μτφ.) γυναίκα: α) πρόστυχη, συνών. παλιογυναίκα, του σκοινιού και του παλουκιού, εξώλης και προώλης, ή β) πολύ άσχημη
  4. (μτφ.) έντυπο, συνήθως εφημερίδα, με προσβλητικά ως προς το περιεχόμενό του κείμενα, αλλιώς: εφημερίδα κίτρινου τύπου, παλιοφυλλάδα
  5. (μαγειρ.) είδος πίτας, αλλιώς πατσαβουρόπιτα.

Ετυμολογία

< ιταλ. spazzatura [= σάρωμα σκουπιδιών] < βενετ. spazzaura < spazzare [= σκουπίζω, καθαρίζω] < παλαιότ. spazzo < λατιν. spatium [= χώρος, διάστημα], ή

ή < τουρκ. paçavra [= ράκος, κουρέλι, βρωμόπανο, αποφόρι].

Παράγωγα

πατσαβουριάζω, πατσαβουριάζομαι.

Σύνθετα

παλιοπατσαβούρα, πατσαβουρόπιτα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πατσαβούρα», σσ. 644-645. https://navalhistory.gr/lexiko/πατσαβουρα/