μανιβέλα
Και: μαναβέλα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

- ραβδοειδής μοχλός με σχήμα ευθύ ή λυγισμένο σε ορθή γωνία, που χρησιμοποιείται για την περιστροφή χειροκίνητου μηχανήματος, με μετατροπή της κυκλικής κίνησης σε παλινδρομική ή το αντίστροφο, ή για να τεθεί σε λειτουργία κάποιος κινητήρας, συνών. χειρομοχλός
- μακρύ και γερό ξύλο που σταθεροποιείται στους ώμους και χρησιμοποιείται για τη μεταφορά βαρών και στα δύο άκρα ωσάν ζυγός, συνών. μανέλα
- (μτφ.) ξυλοκόπημα.
Ετυμολογία
< ιταλ. manovella [λεξικό Ν. Π. Ανδριώτη] ίσως με επίδραση του γαλλ. manivelle, ή
ή < τουρκ. manivela [ηλεκτρονικό λεξικό «Πύλη» του Ιδρ. Τριανταφυλλίδη],
ή στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη: από το γαλλ. manivelle < λατιν. manicula, υποκ. του ουσ. manus [= χέρι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μανιβέλα και μαναβέλα», σ. 499. https://navalhistory.gr/lexiko/μανιβελα-και-μαναβελα/