navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μανιβέλα και μαναβέλα

μανιβέλα

Και: μαναβέλα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

μανιβέλα και μαναβέλα, εικόνα από το έντυπο
  1. ραβδοειδής μοχλός με σχήμα ευθύ ή λυγισμένο σε ορθή γωνία, που χρησιμοποιείται για την περιστροφή χειροκίνητου μηχανήματος, με μετατροπή της κυκλικής κίνησης σε παλινδρομική ή το αντίστροφο, ή για να τεθεί σε λειτουργία κάποιος κινητήρας, συνών. χειρομοχλός
  2. μακρύ και γερό ξύλο που σταθεροποιείται στους ώμους και χρησιμοποιείται για τη μεταφορά βαρών και στα δύο άκρα ωσάν ζυγός, συνών. μανέλα
  3. (μτφ.) ξυλοκόπημα.

Ετυμολογία

< ιταλ. manovella [λεξικό Ν. Π. Ανδριώτη] ίσως με επίδραση του γαλλ. manivelle, ή

ή < τουρκ. manivela [ηλεκτρονικό λεξικό «Πύλη» του Ιδρ. Τριανταφυλλίδη],

ή στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη: από το γαλλ. manivelle < λατιν. manicula, υποκ. του ουσ. manus [= χέρι].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μανιβέλα και μαναβέλα», σ. 499. https://navalhistory.gr/lexiko/μανιβελα-και-μαναβελα/