Λεξικό της Θάλασσας › Γνωστικά πεδία › Ναυπηγική
Ναυπηγική
344 λήμματα
344 λήμματα με σημασία στο πεδίο «Ναυπηγική».
- άβακας
- άγκλιμα
- αγκώνας
- αδελφό πλοίο
- αερόστρωμνο
- ακακία
- ακάτιο
- ακομοδέσιο και ακομοντέσιο
- ακράπι
- αλαμάνα
- αλυσέλικτρο
- αντιλείχτες
- αντιλίμπερτυ
- αρκάς
- αρμοκάλυπτρο
- αρμολογία
- ασός
- αστάρι
- άτλας και άτλαντας
- ατμοβαρίδα και ατμοβάρις
- ατμοκορβέτα
- ατμόπλοιο
- ατμοτελωνίδα
- ατμοφορτηγίδα
- ατμοφρεγάτα
- άφλαστο
- αφραμάξ
- βάζι
- βαθυκό
- βαθυσκάφος
- βάν(ν)α
- βαποράκι
- βαρδαλάντζα
- βαρκαλάς
- βελλού
- βενζίνα και μπενζίνα
- βενζινάκατος
- βενζινόπλοιο
- βομβάρδα και μπομπάρδα, βουμπάρδα
- βρεχάμενα
- βριγαντίνο ή βεργαντίνο ή περγαντίνο
- βρίκι(ον) και μπρίκι(ο)
- βυθοκόρος
- γαβάρα και γαμπάρα
- γαΐτα
- γαλεά(τ)σα*1 και γαλιάτσα*2 και γαλλιάτζα
- γαλεόνι και γαλιόνι και γαλιούνι και γαλόνι και γαλούνι
- γαλέρα
- γαλ(λ)ιότα και γαλεότα και γαλιόττα
- γάστρα
- γατζάο και γαντζάο
- γκαγκαλής και γκάγκαλης
- γολετόβρικο ή γολετόμπρικο και βρικογόλετο, και μπρικογόλετο
- δελφίνι
- δεξαμενή
- διαδοκίδα
- διαδρομέας
- διάναξη
- διάπηγας
- διαρίζω
- διάρμενο
- δίδυμος
- δίζυγο
- διήρης
- δικάταρτος
- δίκροτο
- διπλέλικος
- διπύθμενος
- δοράτιο
- δρόμωνας και δρόμων
- δρύοχος
- εγκοίλιο ή αγκοίλιο
- εκατόντορος
- εκπαιδευτικό πλοίο
- ελικοκίνητο(ς)
- ελικοπτεροφόρος
- ελικόστημα
- ελικοφόρος
- έμβολο
- εμπορευματοκιβωτιοφόρο
- ενδύω
- ενθέμιο
- εντερονίδα
- εντορμία
- εξήρης
- επηγκενίς
- επιναυπηγός
- επισκαλμίδα
- (ε)πιτροπίδια
- επιφράκτης
- επωμίδα
- επωτίδα
- εσχάρα και σχάρα και σκάρα
- εσωτρόπιο(ν) και σωτρόπι
- εφόλκιο
- ζαμπούκος και σαμπούκος
- ζυγά
- ζωνάρι
- ηλακάτη
- ηλεκτροστάσιο
- ημιολία
- θαλαμηγός
- θαλασσοκούντουρον
- θαλασσοτόμος
- θωρακισμένο καταδρομικό
- θωρακοβαρίδα
- θωρακοδρόμων
- θωρακωτό
- θωρηκτό και θωρηχτό
- ιέραξ
- ιερόξυλο
- ιστιοφόρο
- καβαλέτο
- καβαλάρης
- καβασάκι
- καθελκυστήρας
- καθρέφτης και καθρέπτης
- καλκάνι
- καλύπτρα
- καλωδιακό πλοίο
- καμινάδα
- κάνθαρος
- κανθός
- καράβι
- κάραβος
- καραβοσαΐτα ή καραβοσαϊτιά
- καραβόσκαρο
- καράκα
- καρίνα και καρένα
- κάσ(σ)αρο
- Καταγραφέας Δεδομένων Ταξιδίου
- καταδρομικό
- κατάκλιση
- καταμαράν
- κατάμπαρο
- καταπέλτης
- κατάρτι
- καταφρα(γ)ή
- κάτεργο
- κατραμόστουπο
- καφάσι
- κάψιμο
- κιρλα(ν)γκίτσι
- κλίνη
- κοκορέλι
- κολάρο
- κομοδέσιο ή ακομοδέσιο
- Κόμπε
- κοράκι
- κόσμημα
- κο(υ)ρζέτο ή κρο(υ)ζέτο
- κουριέρα
- κο(υ)ρίτα
- κούτσα
- κρουαζιερόπλοιο
- κυματοτόμος
- λάιτνινγκ
- λαντσάδο
- λαντσόνι
- λατινάδικο
- λεβητοστάσιο
- λεύκα
- λιβυρνίδα
- λιμνόπλοιο
- λίμπερτι
- λόβερ
- λουνάδα
- λούρος
- λώρος
- μαλαχτάρι
- μασκάδο
- μεσόδμη
- μεσόδομος
- μεσόζυγο
- μεσόστεγο
- μετάκεντρο
- μετάφραγμα
- μετζοκάμαρο
- μηχανολεβητοστάσιο
- μίξοδος
- μιξόδια και μιξούδια
- μιστράλ
- μονάρμενο
- μονάρμπουρο και μονάλμπουρο
- μόνιτορ
- μονόκροτο
- μονόξυλο
- μπακαλάρης
- μπαμπάς
- μπαρκαρίζος
- μπαρκομπέστια
- μπεγ(ι)εντές και μπο(υ)γιαντές και μπιγιαντές
- (μ)περγαντί
- μπερτόνι
- μπικεριά
- (μ)πομπάρδα και βομβάρδα, βουμπάρδα, (μ)πουμπάρδα, (μ)πουπάρδα, πομπάρδα, πουμπάρτα
- μπότης
- μπουγιαντές
- μπούμα
- μυοδρόμων
- μυοπάρων
- ναρκαλιευτικό
- ναρκοθηρευτικό
- ναυκλαστροβόλο
- ναυπηγοξυλουργός
- νομέας
- ντελίνι και δελίνι
- ντουρέλο
- (ν)τουφέκι
- ξυλοναυπηγική
- οξύπλωρο
- οξύπρυμνο
- οπαίο
- ορθόπλωρο
- οφθαλμός
- οχηματαγωγό
- παγοθραύστης
- παγοθραυστικό
- πάκτωνας ή πάχτωνας
- παλμάρισμα
- πανιόλα ή παγιόλα
- παπαδιά
- παράθριος
- παρακάτιο
- παράτοιχο
- παρατροπίδι(ο)
- παραφωτίδα
- παρέλα
- πάρωνας
- πελεκίνος
- πέραμα
- περίζωμα
- περίζωση
- περιστάσιο
- περιτόναιο
- πετρελαιοκαύστης
- πετρελαιοφόρο
- πίγκος
- πικεριά και μπικεριά
- πλοηγίδα
- πλοίο
- ποδόστημα και ποδόσταμο και ποδόσταμα
- ποταμόπλοιο
- πουντέλι και μπουντέλι και ποντάλι ή ποντίλι
- πρισματικός
- πρισματικός συντελεστής
- προκλίνιο
- προπέτεια
- προστατευτικά κενά πολεμικών πλοίων
- πρόστεγο
- προτονίδα
- ραζάδο και ρεζάδο
- ραντοψάθι
- ρούμπος
- σαΐτα και σαγίτα
- σακολέβα και σακολέφα και σαγολαίφα
- σάλα
- σαντάλα
- σανταρόλι
- σάφρα
- σιμότητα
- σκαρί
- σκάρωμα
- σκάφος
- σκορπιός
- σνόρκελ
- σουέζμαξ
- σπινακόξυλο
- σπιράγιο
- σπογγαλιευτικό
- σταθερότητα πλοίου
- σταθμίδα
- στα(ν)τζόλα
- σταύρωση
- στείρα
- στέλα
- στελάδα
- στελάδο
- στηλίδιο
- στηλόκρανο
- στήμα
- στραβοξυλεία
- στραβόξυλο
- στραγαλία και (α)στραγαλιά
- στραλιέρα
- στραπόρτο και τρασπόρτο και τρασπόρτι
- στρέβλωση
- στρίτσ(ι)ο
- σφηκίσκος
- σχαστήριο
- σώψωμο
- ταμπούκι και ταμπούκιο
- τζινέτι
- τορπιλάκατος
- τορπιλικό
- τορπιλοθέτιδα
- τορπιλοσωλήνας
- τουρέλο
- τράτα
- τρεπόντης και τρεπόντες και τριπόντες
- τρεχαντήρι
- τριακόντορος
- τριήρης
- τριίστιο
- τρικάταρτο
- τρικούβερτος
- τρίκροτο
- τριτσαρόλι
- τρόπιδα
- τροχήλατο
- τροχόπλοιο
- τρυπητό
- τσαμπέκο
- τσάπα
- τσιμεντόπλοιο
- υδρογραφικό
- υδροπλανοφόρο
- υδροπτέρυγο και υδρόπτερο
- υπερδρόμων
- υπερντρέντνωτ
- υποβρύχιο
- υψίπρυμνο
- υψίπρωρο
- φαλάγγι
- φαλαινίς και φαλαινίδα
- φαλαινοθηρικό
- φαρδύπλωρο
- φερδώματα
- φέριμποτ και φέρι-μποτ και φέρρυ-μπωτ
- φλέσι και φλίσι ή φλις
- φλόκος
- φόδρο
- φορτηγίδα
- φορτοθυρίδα
- φούρμα
- φούστα
- φρεγάδιο ή φρεγκάτο ή φεργαδόνι ή φρεγαδόνι
- φρεγάτα και φρεγάδα και φεργάδα
- φριγκορίφικο
- χελάνδιο(ν)
- χελώνη και χελώνα
- χόβερκραφτ
- ψάθα
- ώσμωση