μπικεριά
η, ουσ.
(ναυπ.) λεπτή ξύλινη δοκός που ενώνει δύο συνεχόμενες εγκάρσιες δοκούς φτάνοντας από τη μία πλευρά στην άλλη του καραβιού, για τη στήριξη του καταστρώματος, η διαδοκίδα, αλλιώς: μεσόδμη, μεσόζυγο, μετζοκάμαρο και πικεργιά.
Ετυμολογία
< ίσως από την ιταλ. bicchiere [=ποτήρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπικεριά», σσ. 547-548. https://navalhistory.gr/lexiko/μπικερια/