βρεχάμενα
τα, ουσ.
(ναυπ.) τα μέρη του πλοίου που βρίσκονται κάτω από την ίσαλο γραμμή, δηλαδή, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, τα ύφαλα του πλοίου.
Ετυμολογία
< βρέχ(ω) + -άμενος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βρεχάμενα», σ. 167. https://navalhistory.gr/lexiko/βρεχαμενα/