φορτηγίδα
η, ουσ.

(ναυπ.) μικρό φορτηγό σκάφος, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορές εμπορευμάτων, κυρίως βαρέων υλικών, συνήθως σε ποτάμια και διώρυγες, συνών. μαούνα, (φρ.) «φορτηγίδα ρυμουλκούμενη / διώρυγας / ατμοκίνητη / ημιβυθίσιμη / λάντζα».
Ετυμολογία
< φορτηγ(όν) + -ίς > -ίδα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φορτηγίδα», σ. 894. https://navalhistory.gr/lexiko/φορτηγιδα/