ζυγά
τα, ουσ. [πληθ.]
(ναυπ.) σιδηρογωνίες ή δοκάρια παρόμοια με τους νομείς που τοποθετούνται εγκάρσια κάτω από τα καταστρώματα για να ακουμπούν οι λαμαρίνες του δαπέδου [κατάστρωμα] [δες ζυγόν] συνών. καμάρια.
Ετυμολογία
< αρχ. ζυγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυγά», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγα/