γαλ(λ)ιότα
Και: γαλεότα, γαλιόττα
η, ουσ.

(ναυπ.) α) ελαφρύ ιστιοφόρο και κωπήλατο σκάφος των μεσαιωνικών χρόνων, με ένα ή δύο κατάρτια, που το χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα οι πειρατές της Μεσογείου και κυρίως οι Αγαρηνοί, μικρή γαλέρα, η βομβάρδα, συνών. φούστα [δες λ.], β) είδος πλοίου που αξιοποίησαν οι Ολλανδοί έμποροι και εξερευνητές την εποχή του Μεσαίωνα, γ) ποταμόπλοιο με κατάστρωμα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < βενετ. galiota και ιταλ. galeotta < λατιν. galea [= ρωμαϊκή περικεφαλαία] < αρχ. γαλέη [= το ψάρι γαλέος].
Παράγωγα
γαλιότος [= ναύτης του μεσαιωνικού σκάφους].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλ(λ)ιότα και γαλεότα και γαλιόττα», σ. 175. https://navalhistory.gr/lexiko/γαλλιοτα-και-γαλεοτα-και-γαλιοττα/