navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βενζινάκατος

βενζινάκατος

η, ουσ.

(ναυπ.) λέμβος που κινείται με βενζινομηχανή.

Ετυμολογία

< βενζίν(α) + άκατος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βενζινάκατος», σ. 153. https://navalhistory.gr/lexiko/βενζινακατοσ/