navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φαρδύπλωρο

φαρδύπλωρο

το, ουσ.

(ναυπ.) πλοίο που παρουσιάζει κατασκευαστικά φαρδιά και εξογκωμένη πλώρη, δυσανάλογη του μήκους του, συνών. πλατύπρωρο, πλατύπλωρο, χονδρόπλωρο, μασκάδο.

Ετυμολογία

< φαρδύ(ς) + πλώρ(η) + -ος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαρδύπλωρο», σ. 885. https://navalhistory.gr/lexiko/φαρδυπλωρο/