περιτόναιο
το, ουσ.
- (ανατ.) λεπτή, ημιδιαφανής υμένας με λεία και γυαλιστερή επιφάνεια που περιβάλλει το εσωτερικό τοίχωμα της κοιλιακής κοιλότητας και τα περισσότερα εντός αυτής σπλάχνα στα σπονδυλωτά ζώα και στον άνθρωπο
- (ναυπ.) α) η ερκάνη [δες λ.] πλοίου, προστατευτικός τύπος κιγκλιδώματος, β) η κουπαστή, (φρ.) «περιτόναιο καταστρώματος / κιγκλιδώματος / πρύμνης».
Ετυμολογία
< αρχ. περιτόναιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιτόναιο», σ. 655. https://navalhistory.gr/lexiko/περιτοναιο/