πρισματικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει το σχήμα του πρίσματος, αυτός που σχετίζεται με το πρίσμα, (φρ.) «πρισματική πυξίδα», πυξίδα ιδανική για ψαράδες, κυνηγούς, ορειβάτες, φυσιολάτρες, αλλά και για ομάδες διάσωσης, διαθέτει χάρακα για την μέτρηση αποστάσεων σε χάρτες και περιστρέφεται όλος ο δίσκος του ανεμολογίου στον οποίο είναι στερεωμένη η μαγνητική βελόνα, «πρισματικός αστρολάβος / καθρέφτης / φακός / διαχύτης / ανακλαστήρας / (ναυπ.) συντελεστής / κατακόρυφος συντελεστής», «πρισματικό τηλεσκόπιο / θερμόμετρο υδραργύρου / φάσμα».
Ετυμολογία
< γαλλ. prismatique < αρχ. πρισματ- (πρῖσμα) -ique [= -ικός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρισματικός», σ. 698. https://navalhistory.gr/lexiko/πρισματικοσ/