μιξόδια
Και: μιξούδια
τα, ουσ.
(ναυπ.) μικροί οχετοί τριγωνικού σχήματος για τη διοχέτευση των νερών του κύτους.
Ετυμολογία
< μιξ(ο)- [< αρχ. μίγνυμι / μείγνυμι = ανακατεύω, αναμειγνύω] + ὀδ(ός) -ια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μιξόδια και μιξούδια», σ. 529. https://navalhistory.gr/lexiko/μιξοδια-και-μιξουδια/