πετρελαιοκαύστης
ο, ουσ.
(ναυπ.) πλοίο που χρησιμοποιεί ως καύσιμο υλικό το πετρέλαιο για την παραγωγή ατμού και φυσικά για την μετακίνησή του, πετρελαιοκίνητο πλοίο.
Ετυμολογία
< πετρέλαιο + καύστης < καίω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετρελαιοκαύστης», σ. 658. https://navalhistory.gr/lexiko/πετρελαιοκαυστησ/