navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσαμπέκο

τσαμπέκο

το, και [παλαιότ.] τσαμπέκα, η, ουσ.

τσαμπέκο, εικόνα από το έντυπο

(ναυπ.) τύπος παλαιού ξύλινου κωπήλατου ιστιοφόρου, κατάλληλο ως πολεμικό σκάφος, χαμηλόπλωρο και υψίπρυμνο, ιδανικό επίσης για πειρατικές καταδρομές, εξοπλισμένο με πυροβόλα στο χώρο του καταστρώματος.

Ετυμολογία

< ίσως ιταλ. zambecco ή στα διάφορα έγγραφα του Αγώνα του 1821 φέρεται και με το όνομα «τσαμπέκα» «Shebeka - szebeka», που πολλοί ιστοριοδίφες το συγχέουν με το σεμπέκο «szebek» ή σεμπέκι «Szebeki» από την αραβική «chebec» που σημαίνει μικρό πολεμικό πλοίο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσαμπέκο», σ. 850. https://navalhistory.gr/lexiko/τσαμπεκο/