navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νομέας

νομέας

ο, ουσ.

  1. (νομ.) το πρόσωπο εκείνο που έχει στην κατοχή ή την εξουσία του κάποιο περιουσιακό στοιχείο, συνήθως ακίνητο, το οποίο του αποδίδει κέρδος, συνών. καρπωτής, επικαρπωτής
  2. (ναυπ.) [συνήθως στον πληθ.] νομείς, χαλύβδινα ή ξύλινα καμπυλωτά δοκάρια, που στερεώνονται σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους από τις δύο πλευρές της καρίνας του πλοίου και τα οποία σχηματίζουν τον σκελετό του σκάφους, συνών. πόστα, (φρ.) «νομέας αψίδας / κλωβού έλικα / κραδασμών / σήραγγας», «ακραίος / διαμήκης / ενδιάμεσος / ενισχυτικός / μέγιστος / μεσαίος / ξύλινος / παράτροπος / συμπαγής / σύνθετος νομέας».

Ετυμολογία

< αρχ. νομεύς, γεν. του νομέως [= 1. αυτός που βόσκει πρόβατα ή αυτός που διανέμει, που μοιράζει, 2. (πληθ.) νομέες = ἐγκοίλια, τα πλευρικά τοιχώματα του πλοίου] < νομή [= 1. βοσκή, βοσκότοπος, 2. μοίρασμα, διανομή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νομέας», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομεασ/