εφόλκιο
το, ουσ.

(ναυπ.)
- η σωστική ή η βοηθητική λέμβος που διαθέτει ένα πλοίο ή κάποιος φορέας π.χ. ο ναύσταθμος, ή η υπηρεσία λιμένος ή ο αθλητικός-ναυτικός όμιλος: α) στα εμπορικά πλοία τα εφόλκια απο- « τελούν κυρίως οι σωσίβιες λέμβοι που ο αριθμός τους είναι ανάλογος με τον μέγιστο αριθμό των επιβαινόντων, β) στα πολεμικά πλοία χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μετακίνηση των επιτελικών αξιωματικών ή των πληρωμάτων με άλλα πλοία ή με την ξηρά, ή για ασκήσεις ή και για άλλες βοηθητικές εργασίες, γ) τα εφόλκια υπηρεσιών ξηράς εξυπηρετούν μεγάλα πλοία, όπως είναι οι πλοηγίδες της Πλοηγικής Υπηρεσίας, [βενζινάκατος, λάντζα, φουσκωτό, γαΐτα (σε θάλασσα), πριάρι – πλάβα (σε ποτάμια ή λίμνες)]
- αντηρίδα της στείρας [= ξύλινη ή μεταλλική δοκός που αποτελεί πρωραία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πλώρης του σκάφους]
- [σπανιότερα] το πηδάλιο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐφ- (< ἐπί) + ἕλκω.
Παράγωγα
εφολκίτης [= λεμβίτης, ο υπεύθυνος ναύτης της λέμβου - boatman].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφόλκιο», σσ. 321-322. https://navalhistory.gr/lexiko/εφολκιο/