μεσόδομος
ο, ουσ.
(ναυπ.) αίθουσα πλοίου που χρησιμεύει ως εντευκτήριο αλλά και ως εστιατόριο αξιωματικών, τραπεζαρία, καρρέ.
Ετυμολογία
< μέσο(ς) + [αρχ.] δόμος < [= α) οικία, σπίτι, β) μέρος του σπιτιού, δωμάτιο, θάλαμος, αίθουσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσόδομος», σ. 515. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσοδομοσ/