βαθυσκάφος
το, ουσ.
(ναυπ.) επανδρωμένο αυτόνομο υποβρύχιο σκάφος, που καταδύεται σε μεγάλα βάθη με σκοπό την παρατήρηση και εξερεύνηση του βυθού θαλασσών [συνήθως ωκεανών] και λιμνών.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. bathyscaphe < bathy- [= βαθυ-] < αρχ. [επίθ.] βαθύς, βαθεῖα, βαθύ < βένθος [= βάθος] + [αρχ.] σκάφος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθυσκάφος», σ. 144. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθυσκαφοσ/