navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πίγκος

πίγκος

ο, ουσ.

  1. (ναυπ.) τύπος ιστιοφόρου σκάφους του 18ου αι., έφερε δύο ιστούς με πανιά λατίνια κι ένα μικρότερο στην πρύμνη, το εκτόπισμά του περίπου στα 170-180 τόνους, κατασκευαστικά η πλώρη πλατύτερη και η πρύμνη υπερυψωμένη, για προστασία από τους πειρατές διέθετε ελαφρύ οπλισμό
  2. (εργαλ.) τύπος σφυριού, που είναι οδοντωτό από την μία πλευρά και μυτερό από την άλλη, κατάλληλο για το πελέκημα λιθαριών με σκοπό τη μορφοποίησή τους.

Ετυμολογία

ίσως η λ. συνδέεται με το ιταλ. piccone [= αξίνα, κασμάς] εάν δεχθούμε ότι το σχήμα του εργαλείου δανείζει σχεδιαστικά τη μορφή του στον τύπο του σκάφους, ή

ή < γενουάτ. pincos < γαλλ. pinque.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίγκος», σ. 662. https://navalhistory.gr/lexiko/πιγκοσ/