βαποράκι
το, ουσ.
- (ναυπ.) μικρό ατμόπλοιο
- (μτφ.) άτομο που διακινεί ναρκωτικά.
Ετυμολογία
< υποκ. του βαπόρι [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαποράκι», σ. 146. https://navalhistory.gr/lexiko/βαπορακι/