αρκάς
ο, ουσ.
- (ναυπ.) πρόσθετο κομμάτι ξύλου στο πρυμιό ποδόσταμα για τη στήριξη του τιμονιού
- η περίμετρος του χωραφιού
- ο λαιμός του σφαγίου
- στεφάνη βαρελιού.
Ετυμολογία
< ίσως από το αρχ. ἄρκτος [= 1. Αρκούδα, 2. Βόρειος Πόλος, ο βορράς], ή
ή < μσν. ἀρκάς < τουρκ. arka ([= 1. (ως ουσ.) πίσω, νώτα, 2. (ως επίρρ.) πλάτη, ράχη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρκάς», σ. 116. https://navalhistory.gr/lexiko/αρκασ/