navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρκάς

αρκάς

ο, ουσ.

  1. (ναυπ.) πρόσθετο κομμάτι ξύλου στο πρυμιό ποδόσταμα για τη στήριξη του τιμονιού
  2. η περίμετρος του χωραφιού
  3. ο λαιμός του σφαγίου
  4. στεφάνη βαρελιού.

Ετυμολογία

< ίσως από το αρχ. ἄρκτος [= 1. Αρκούδα, 2. Βόρειος Πόλος, ο βορράς], ή

ή < μσν. ἀρκάς < τουρκ. arka ([= 1. (ως ουσ.) πίσω, νώτα, 2. (ως επίρρ.) πλάτη, ράχη].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρκάς», σ. 116. https://navalhistory.gr/lexiko/αρκασ/