ραντοψάθι
το, ουσ.
(ναυπ.) τύπος ιστιοφόρου σκάφους, κατασκευαστικά ανάμεσα σε λόβερ και μπρατσέρα, με δύο άλμπουρα και πανιά ψάθα, ράντα, φλόκους και ίσως κάποια να χρησιμοποιούν και φλέσι.
Ετυμολογία
< ράντα [δες λ.] + ψάθα [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραντοψάθι», σ. 726. https://navalhistory.gr/lexiko/ραντοψαθι/