navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πέραμα

πέραμα

το, ουσ.

  1. (ναυπ.) α) εμπορικό σκάφος, σπανίως ως αλιευτικό, μορφολογικά όπως το τρεχαντήρι, δίστηλο, με τριγωνικά πανιά και δύο φλόκους, γρήγορο και με μεγάλη χωρητικότητα, κωπήλατο σε γαληνεμένη θάλασσα, χαρακτηριστικό του γνώρισμα ένας μικρός καθρέφτης (τάκος) στο πλωριό ποδόστημα στολισμένος με ανάγλυφα γεωμετρικά σχήματα, [λαϊκ.] γνωστό και ως «κλεφτρίνα» επειδή χρησιμοποιήθηκε ως πειρατικό, β) μικρό επίπεδο σκάφος που περνά επιβάτες και εμπορεύματα από την μία όχθη του ποταμού ή της λίμνης στην άλλη, πορθμείο, γ) [υποκορ.] περαματάκι, τύπος μικρού αλιευτικού σκάφους, με μήκος μέχρι 8 μ. παρόμοιο με το πέραμα
  2. (γεωγρ.) α) η διάβαση ή αλλιώς το πέρασμα από το οποίο πραγματοποιείται η μετακίνηση, συνών. πόρος, διαβατό, β) παραλία που βρίσκεται απέναντι σ’ έναν τόπο, γ) [ως κυρ. όν.:] Πέραμα, προάστιο του Πειραιά, κατά την αρχαιότητα γνωστό ως Αμφιάλη. Το Πέραμα είναι γνωστό για την παρουσία και τη δραστηριοποίηση σε αυτό της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης.

Ετυμολογία

< μτγν. πέραμα < περ-άω, περῶ [= διαπερνώ, διέρχομαι].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πέραμα», σ. 650. https://navalhistory.gr/lexiko/περαμα/