navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιερόξυλο

ιερόξυλο

το, ουσ.

ή «αγιόξυλο» ή «ξύλο της ζωής» [λατιν. lignum vitae]: α) (ναυπ.) σκληρό και ανθεκτικό είδος ξύλου με μεγάλη πυκνότητα και το οποίο μπορεί να βυθιστεί εύκολα στο νερό, χρησιμοποιείται συνήθως για ξύλινες κεφαλές, έδρανα, ρουλεμάν και προπέλες, β) αλλά και «ξύλο της γουαϊάκης», κατά τον 16ο και 17ο αι. υποτιθέμενο θαυματουργό φάρμακο κατά της σύφιλης, γ) το ξύλο palo santo.

Ετυμολογία

< ιερό(ς) + ξύλο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιερόξυλο», σ. 365. https://navalhistory.gr/lexiko/ιεροξυλο/