δίκροτο
το, ουσ.

(ναυπ.) μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο, βαρύ αλλά ευέλικτο, έφερε τρεις ιστούς με τετράγωνα πανιά και είχε εκτόπισμα μέχρι 1.500 τόνους, έφερε συνολικά 64 με 78 κανόνια, ταξινομημένα σε δύο σειρές σε κάθε πλευρά που ξεπρόβαλαν από τετράγωνες μπουκαπόρτες, διέθετε πλήρωμα 600 - 700 ανδρών, σταμάτησε να χρησιμοποιείται από τα μέσα του 19ου αιώνα, συνών. διπόντες ή ντελίνι.
Ετυμολογία
< αρχ. δὶ(ς) + κροτεῖν [= με δύο καταστρώματα]. Οι Έλληνες ναυτικοί το ονόμαζαν πλοίο της γραμμής αλλά και ντελίνι από το γαλλ. de ligne.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίκροτο», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικροτο/