navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενδύω

ενδύω

ρ. [μετβ.]

  1. ντύνω κάποιον, αντών. ξεντύνω, γδύνω, γυμνώνω
  2. (ναυπ.) πετσώνω, περιβάλλω με σανίδες τα πλευρικά τοιχώματα του σκάφους.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐν-δύω.

Παράγωγα

ένδυμα, ένδυση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενδύω», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενδυω/