ενδύω
ρ. [μετβ.]
- ντύνω κάποιον, αντών. ξεντύνω, γδύνω, γυμνώνω
- (ναυπ.) πετσώνω, περιβάλλω με σανίδες τα πλευρικά τοιχώματα του σκάφους.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐν-δύω.
Παράγωγα
ένδυμα, ένδυση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενδύω», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενδυω/