navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γάστρα

γάστρα

η, ουσ.

γάστρα, εικόνα από το έντυπο
  1. βαθύ μαγειρικό σκεύος με καπάκι, συνήθως οβάλ σχήματος, πήλινο ή μεταλλικό ή γυάλινο ή κεραμικό, το οποίο χρησιμοποιούμε για ψήσιμο κυρίως στο φούρνο
  2. (ναυπ.) το μέρος εκείνο του πλοίου που βρίσκεται μέσα στο νερό, (φρ.) «ανοξείδωτη / μαντεμένια / παραδοσιακή / αντικολλητική / εμαγιέ γάστρα», «βύθισμα / ελάσματα / μαδέρια / καμπυλότητα / περίβλημα / συντελεστής γάστρας»,
  3. γλάστρα στην οποία φυτεύουμε λουλούδια
  4. το εξογκωμένο τμήμα των δοχείων.

Ετυμολογία

< αρχ. γάστρα [= δοχείο με φουσκωτή κοιλιά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάστρα», σ. 177. https://navalhistory.gr/lexiko/γαστρα/