γάστρα
η, ουσ.

- βαθύ μαγειρικό σκεύος με καπάκι, συνήθως οβάλ σχήματος, πήλινο ή μεταλλικό ή γυάλινο ή κεραμικό, το οποίο χρησιμοποιούμε για ψήσιμο κυρίως στο φούρνο
- (ναυπ.) το μέρος εκείνο του πλοίου που βρίσκεται μέσα στο νερό, (φρ.) «ανοξείδωτη / μαντεμένια / παραδοσιακή / αντικολλητική / εμαγιέ γάστρα», «βύθισμα / ελάσματα / μαδέρια / καμπυλότητα / περίβλημα / συντελεστής γάστρας»,
- γλάστρα στην οποία φυτεύουμε λουλούδια
- το εξογκωμένο τμήμα των δοχείων.
Ετυμολογία
< αρχ. γάστρα [= δοχείο με φουσκωτή κοιλιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάστρα», σ. 177. https://navalhistory.gr/lexiko/γαστρα/